απαισιοδοξώ

(-έω)
είμαι απαισιόδοξος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • απαισιοδοξώ — [апэсиодоксо] р. быть пессимистом …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • απαισιοδοξώ — ησα, είμαι απαισιόδοξος: Απαισιοδοξούσε για το αποτέλεσμα των εξετάσεων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.